Σημείωση: Το περιεχόμενο και η κατασκευή αυτής της σελίδας είναι αρκετά παλιά.
 

                       Επιλέγεις, από το
                       σημειωματάριο πιο
                       κάτω, για να διαβάσεις
                       κάποιο κείμενο, ποίημα ή ...
 
 
 
 
 

 
 
 
 
 
 

Το πρώτο μου ποίημα
Κάποτε ήμουν σπουδαίος. Μ' αγαπούσαν οι άλλοι
Όταν είχα επιτυχία με αντάμειβαν
Μες του χρόνου το πηγάδι όλα άλλαξαν,
όσους λυπήθηκα γιατί είχαν αποτύχει είμαι τώρα εγώ,
μόνος μέσα σ' ένα ξανθό χωράφι.
Γύρω οι άλλοι δεν δίνουν σημασία για το τι η ψυχή σου κουβαλά
και συ δεν έδινες σημασία άλλοτε
Πολλοί νομίζουν ότι μόνοι τους τα έχουν καταφέρει στη ζωή
αλλά είναι απάνθρωπο αυτό, γιατί δεν είμαστε αυτόματα,
είμαστε άνθρωποι μέσα σ' ανθρώπους.
Σε θέλω μ' ένα μάτι πιο λίγο, μ' ένα πόδι κουτσό,
αλλά με την ψυχή σου καθαρή κι αληθινή
αληθινή όσο και τα λόγια σου
καθαρή όσο κι η φαντασία σου.
Τα ταξίδια που ονειρεύτηκες τα πήρε η πόλη, η δουλειά, η ξιπασιά σου
για να το καταλάβεις θα το πω πιο σκληρά
τα πούλησες όπως πούλησες και τους φίλους σου
Αυτά που κέρδισες φοβάσαι μην τα χάσεις
σε καταλαβαίνω γιατί και γω φοβάμαι μην χάσω
αυτά που δεν είχα ποτέ.

Σε πανηγύρια σε χορούς
χωρίς ντροπή χωρίς φθόνο
σε γλέντια, σε πειράγματα,
ήθελα να είναι η ζωή μου.
Τρέμω που δεν τα 'χω
και τρέμω περισσότερο
μήπως δεν τ' αποχτήσω
γιατί πολλοί δεν τ' απόχτησαν ποτέ
... οι γονείς μου δεν τ' απόχτησαν.
 


 
 
 
 
 

    Το πρώτο μου παραμύθι
Κάποτε ήταν ένα μικρό άσπρο παπάκι. Και ξεκίνησε να πάει στη λίμνη να κάνει μπάνιο. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ του στη λίμνη και ήταν χαρούμενο γιατί θα πήγαινε για πρώτη φορά να κάνει μπάνιο. Και ήταν πάρα-πάρα πολύ χαρούμενο. Από τη μεγάλη του χαρά άφησε τα άλλα παπάκια και ξεκίνησε. Ήθελε να είναι μόνο του για να φχαριστηθεί πιο πολύ τη λίμνη.

Στο δρόμο του συνάντησε το γερο-σκύλο το Λόσπουπα. Ο σκύλος αυτός δεν ήταν πάντα σκύλος. Κάποτε ήταν κι αυτός παπί αλλά είχε μεταμορφωθεί σε σκύλο. Κανείς στο χωριό δεν θυμόταν πια γιατί και ποιος είχε μεταμορφώσει αυτό το παπί σε σκύλο. Ο Λόσπουπα κατάλαβε ότι το παπάκι πήγαινε για μπάνιο στη λίμνη. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, γιατί του Λόσπουπα δεν του άρεσε να σκέφτεται, είπε μέσα του: θέλω να δείξω τη δύναμη και τις γνώσεις μου σ' αυτό το σκατόπαπο. Αν πας για μπάνιο, του λέει, να πέσεις στη λίμνη από τη Νότια πλευρά εκεί δίπλα στο αχυρένιο σπίτι. Γιατί τα νερά εκεί είναι πιο καθαρά και δεν θα βρωμάς μετά όπως μερικά άλλα παπιά.

Το μικρό παπάκι πήγε με αργό βήμα ως το αχυρένιο σπίτι. Και ένοιωθε πολύ περήφανο. Έβαλε το μαγιό του και έπεσε στη λίμνη. Και έκανε μπάνιο και πολύ το χαιρόταν. Το μόνο κακό ήταν ότι δεν μπορούσε να κολυμπά πολύ γρήγορα. Χτύπαγε τα χαριτωμένα ποδαράκια του και γρήγορα κουράστηκε. ΄Έτσι βγήκε έξω να στεγνώσει.
Ένοιωσε τα πούπουλά του να λαμποκοπάνε κι αισθάνθηκε ακόμα πιο περήφανο. Κάθισε να στεγνώσει στον ήλιο. Και τραγουδούσε μόνο του και ήταν πάρα-πολύ χαρούμενο.

Στο χωριό όταν γύρισε κανένα παπί δεν του μιλούσε και δεν το πλησίαζε. Αλλά δεν έδωσε σημασία, ήταν πάρα πολύ ευτυχισμένο. Η μάνα του στο σπίτι άρχισε να το μαλώνει. Το μάλωνε και σταματημό δεν είχε: "Πήγες και τσαλαβούτησες στα πετρέλαια; Δε βλέπεις τ' άλλα παιδιά να μαθαίνεις απ' αυτά; Δεν ξέρεις ότι το πετρέλαιο δεν φεύγει με τίποτα;" Και όλο τέτοια του έλεγε και το παπάκι έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε και σταματημό δεν είχε. Δε φτάνει που είχε χάσει την υπέροχη μυρωδιά του από το πετρέλαιο, εκείνη το μάλωνε κιόλας. Και δεν τόλμησε να της πει για το γέρο-σκύλο Λόσουπα. Ντρεπόταν τόσο πολύ, μα πάρα πολύ-πολύ. Και πέρασε ο καιρός και το παπάκι είχε χάσει την ωραία και μοναδική μυρωδιά του που είχε πριν. Και πέρασε πολύς καιρός και το παπάκι ζούσε στη ντροπή και στην ταπείνωση. Τα άλλα παπάκια δεν το πλησίαζαν. Δεν του έδιναν σημασία και άρχισε να ζει σαν αόρατο. Μερικά το κορόιδευαν κιόλας. Και πέρασε πολύς καιρός ακόμα.

Ώσπου μια μέρα ένα ξένο μικρό παπάκι το λυπήθηκε. Και άρχισε να το γλείφει για να το καθαρίσει. Αλλά το μικρό παπάκι, που τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά, δεν καθόταν για να το γλείψει γιατί ντρεπόταν. Αλλά το ξένο παπί συνέχισε να προσπαθεί να το γλείφει. Δεν κατάφερνε όμως και πολλά πράγματα.

Τα άλλα παπάκια γύρω είδαν τι γινόταν και θέλησαν εκείνα να είναι αυτά που θα βοηθήσουν. Κι έτσι μαζεύτηκαν ένα-ένα γύρω από το παπί και το έγλειφαν να καθαρίσει. Δε πέρασε πολύς καιρός και το παπί είχε πάλι τη δική του τη μυρωδιά. Το πετρέλαιο δεν υπήρχε πια και αισθανόταν ξανά ευτυχισμένο. Και αγαπούσε όλα τα παπιά. Και 'κείνα τ' αγαπούσαν.

Όσο για το ξένο παπί δεν ήταν πια ξένο. Το παπάκι της ιστορίας μας το αγάπησε. Δεν το αγάπησε γιατί του έκανε καλό. Το αγάπησε γιατί μόνο εκείνο φαντάστηκε την ωραία μυρωδιά του και μόνο εκείνο νοιάστηκε να την ανακαλύψει. Και γιατί ίσως του άρεσε και να το γλείφει.


 
 
 
 
 
 

    Αγάπη
Δεν ξέρω τι και πώς
γι' αυτό φοβάμαι
οι αναμνήσεις με φοβίζουν πιότερο
κι από το ίδιο το τώρα

Υπάρχουν άνθρωποι σε σκέψεις
μελετητές της ζωής
μήπως είμαι και γω ένας τέτοιος;

Ανεβαίνω σκαλιά
τρέχω, κρύβομαι, ορμάω
στο ίδιο μονοπάτι
πάντα βρίσκομαι
...το μονοπάτι του φόβου


 
 
 
 
 
 

Μοναξιά, μερικές σκέψεις
« Αν εγώ δεν είμαι για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα; 
Αν είμαι για τον εαυτό μου μονάχα, τότε τι είμαι; 
Αν όχι τώρα, - πότε; »
   (Ταλμουδικά λόγια 
   Μισινά, Αβώθ) 

Μου κάνει εντύπωση πως κάθε άνθρωπος κοιτάει μόνο τον εαυτό του, την πάρτη του. Και είναι αξιοπερίεργο το τι έχουν επινοήσει οι άνθρωποι για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση τους. Ακούς το γνωστό νεοελληνικό "ρητό": 'κάθε άνθρωπος είναι μόνος του', ή το άλλο γνωστό που παίρνει υπόψη του και τον φόβο του ανθρώπου για το θάνατο: "ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος του". Τώρα βέβαια αν ρωτήσεις που τα βρήκαν όλα αυτά και τα λένε φαντάζομαι ότι ούτε εκείνοι θα ξέρουν να σου πουν. Γιατί εγώ τουλάχιστον δεν είδα κανέναν να γεννιέται μόνος του, τουλάχιστον ως... τώρα. Κάτι άκουσα βέβαια για τεχνητή... μήτρα, ναι καλά ακούσατε, τεχνητή μήτρα που θα βάζεις το σπέρμα, το ωάριο ή ότι στο διάβολο θα βάζεις και θα βγαίνει το παιδί. Λέω βγαίνει γιατί είναι η λέξη που ταιριάζει, πώς βγαίνει από το μηχάνημα το ποτήρι coca-cola, ή όπως βγαίνει από το φούρνο η πίτσα, βγαίνει μια χοντρή, τέτοια πράγματα δηλαδή μου θυμίζει. Γιατί είδε κανείς σας κανέναν να γεννιέται μόνος του, γιατί αν έχει δει να μου το πει και μένα μήπως μορφωθώ ακόμα λίγο. Λέγοντάς τα αυτά μου έρχεται μια τάση για μειδίαμα, γιατί για γέλιο δεν το συζητάμε... Αλλά μαζί με το μειδίαμα και μια πίκρα και μια μελαγχολία. Σκέφτομαι που έχει φτάσει ο άνθρωπος για να εξηγήσει τα ανεξήγητα.

Όσο για το ότι ο άνθρωπος πεθαίνει μόνος του, καλά αυτό το καταλαβαίνω, το έχω δει και το έχω ακούσει αρκετές φορές να συμβαίνει. Δεν νομίζω ότι αρέσει σε κανέναν αυτό, ούτε θα άρεσε σε κανέναν φαντάζομαι, αλλά και γι' αυτό ακόμα ας κρατήσω μερικές αμφιβολίες, ίσως σε κάποιους να αρέσει. Και έτσι λοιπόν, αφού ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος του, το συμπέρασμα που προκύπτει "αβίαστα" είναι ότι θα ζει και μόνος του. Φιλοσοφία Καρτέσιος όπως λέει και ο Χάρυ Κλιν.
Ευτυχώς μερικοί περιορίζονται μόνο στο: "κάθε άνθρωπος είναι μόνος του". Το ευτυχώς βέβαια τρόπος του λέγειν, είναι σα να σου λέω ότι ευτυχώς τον σκότωσαν με όπλο και όχι σε θάλαμο αερίων.

Εγώ ρε παιδιά, άλλα πράγματα έχω διαπιστώσει, ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον γι' αυτό ζει κοινωνικά, δηλαδή μαζί με άλλους ανθρώπους. Από παλιά, στη ζωή σε σπηλιές έβλεπες τους ανθρώπους να ζουν ομαδικά. Γι' αυτό οι άνθρωποι έχουν φίλους, γνωστούς, συγγενείς, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, και τα κρατάνε μαζί τους, αλλιώς θα τα άφηναν μόνα τους. Ε! ναι, εγώ βλέπω άλλα πράγματα, βλέπω ότι τόσο μεγάλη είναι η ανάγκη του ανθρώπου να έχει φίλους, σύντροφο, γνωστούς που φτάνει στο σημείο και να σκοτώσει ακόμα όταν δει ότι τους χάνει. Ο Ευγένιος Τριβιζάς, συγγραφέας και εγκληματολόγος λέει, από την πείρα του σαν εγκληματολόγος, ότι οι άνθρωποι σκοτώνουν αυτούς που αγαπάνε. Εγώ λοιπόν βλέπω τους ανθρώπους να βρίσκονται σε ένα απεγνωσμένο αγώνα για να μπορέσουν να κρατήσουν τους ανθρώπους που έχουν κοντά τους και να βρουν και άλλους.

Και αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που κάνει κάποιους να λένε ότι ο άνθρωπος είναι μόνος του; Πρώτα απ' όλα μάλλον τους κάνει η διαπίστωση ότι στην κοινωνία που ζούμε κάτι τέτοιο συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπάρχει κοινωνική συνείδηση, δεν υπάρχει αλληλεγγύη, συμπόνια, κατανόηση. Αλλά τότε γιατί δεν διαμαρτύρονται γι' αυτό αλλά επιβεβαιώνουν και συμφωνούν; Μάλλον δεν συμφωνούν, το λένε για να το ακούνε οι ίδιοι, για να πείσουν τον εαυτό τους ότι έτσι πιστεύουν, ώστε τώρα που είναι μόνοι να μην τους νοιάζει. Δηλαδή θα αναρωτηθεί κανείς, προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν τους νοιάζει που είναι μόνοι; Και η απάντηση είναι πολύ απλή και καθαρή: ΝΑΙ. Και από την άλλη έχοντας ακούσει και οι ίδιοι τα ίδια πράγματα από άλλους και έχοντας πικραθεί και στενοχωρηθεί, ίσως και φοβηθεί, τα επαναλαμβάνουν για να κάνουν το ίδιο στους άλλους και να νοιώσουν ισχυροί. Δηλαδή, πάλι θα ρωτήσει κάποιος, προσπαθούν να αντικαταστήσουν την κατανόηση, τη συμπόνια, την αλληλεγγύη και την αγάπη με το να νοιώσουν για λίγο ισχυροί; Και η απάντηση έρχεται πάλι απλή και καθαρή: ΝΑΙ. Και αν το δει κάποιος αυτό, τότε θα αναρωτηθεί, μα καλά οι άνθρωποι είναι τόσο ψεύτες που προσπαθούν να παραπλανήσουν ακόμα και τον εαυτό τους; ΝΑΙ είναι πάλι η απάντηση. Και καλά θα ξαναρωτήσει κάποιος, πιστεύουν ότι παραπλανώντας τον εαυτό τους τότε η ανάγκη τους παύει να υπάρχει; Η απάντηση τώρα είναι αμείλικτη: ΟΧΙ. Και τότε γιατί δεν ζητάνε αγάπη, συμπόνια, κατανόηση, αλληλεγγύη; Γιατί τότε πιθανό να τους πουν τρελούς, να τους κατηγορήσουν, να τους κοροϊδέψουν, και θα εμφανιστούν ανίσχυροι και ίσως χάσουν όλα τα οφέλη που με τόσο κόπο κατάφεραν να "μαζέψουν", και έτσι πάλι η απάντηση απλή και καθαρή είναι: ΓΙΑΤΙ ΦΟΦΟΥΝΤΑΙ. Αλλά κι όταν ζητάνε, το κάνουν με τρόπο επιφανειακό, ζητάνε από τη θέση του ισχυρού, του έξυπνου και δεν καταλαβαίνουν ότι τότε ξεχωρίζουν τον εαυτό τους από τους άλλους, με αποτέλεσμα πάλι να μην είναι δυνατόν να δημιουργήσουν σχέση κατανόησης, συμπόνιας, αλληλεγγύης, αγάπης. ΓΙΑΤΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ.


 
 
 
 
 
 
 

Τα δελφίνια  
Πριν από αρκετά χρόνια είχα διαβάσει ένα άρθρο που αναφερόταν στα δελφίνια. Έλεγε ότι τα δελφίνια είναι πολύ έξυπνα και ότι πλησιάζουν λέει στη λογική με τον άνθρωπο. Μάλιστα ανέφερε, ένα πραγματικά αξιοθαύμαστο περιστατικό, για ένα δελφίνι που έσωσε ένα μωρό από πνιγμό. Είχε γίνει μια πλημμύρα στην περιοχή (δεν θυμάμαι σε ποια χώρα ήταν) και είχαν πνιγεί αρκετοί άνθρωποι. Η ίδια πλημμύρα είχε παρασύρει και ένα μωρό παιδί. Όμως το μωρό σώθηκε από ένα δελφίνι που με την πλάτη του το παρέσυρε και ταυτόχρονα το κρατούσε στην επιφάνεια της θάλασσας και το έβγαλε σώο και αβλαβές 5 ολόκληρα χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο που είχε παρασυρθεί. Πράγματι είναι αξιοθαύμαστο που ένα δελφίνι έσωσε το μωρό μεταφέροντάς το μάλιστα τόση μεγάλη απόσταση. Και το άρθρο θαύμαζε την ευφυΐα των δελφινιών.


Μα δεν είναι το περιστατικό μόνο για θαυμασμό. Να το δούμε μόνο με τη λογική σκέψη: "πω, πω τι έκανε το δελφίνι" και "πόσο έξυπνο είναι";. Όχι. Συναισθηματικά το περιστατικό μας οδηγεί στην αίσθηση του κόσμου σαν ένα αδιαίρετο πράγμα που μέσα υπάρχουν ζώα, δελφίνια, άνθρωποι, φυτά, ολάκερο το περιβάλλον ένα και μοναδικό, αδιαίρετο. Και κάθε μέρος του, κάθε ζωντανό πλάσμα και κάθε πετραδάκι του έχει θέση σ' αυτό το σύμπαν.  Όχι με έννοια θρησκευτική αλλά πέρα από θρησκείες, ιδεολογίες και απόψεις. Απλά και μόνο γιατί έτσι είναι.
Το δελφίνι καλά έκανε και έσωσε το μωρό. Δε βλέπουμε το δελφίνι με την έννοια του υποδεέστερου ζώου που κάνει κάποιο έργο για μας, και μετά το ξεχνάμε και προχωράμε πάλι μόνοι μας. Το δελφίνι είναι μέσα μας, μέσα στην ψυχή μας, μέσα στην ψυχή του κόσμου. Και 'μεις είμαστε μέσα στην ψυχή του κόσμου. 


Και σε ρωτώ, και απάντησε ειλικρινά. Αν έβλεπες ένα δελφίνι να κινδυνεύει δεν θα το βοηθούσες να σωθεί, δεν θα το έσωζες; Κι ας απαιτούσε λίγο "κόπο" και χρόνο. Και δεν θα έφευγες μακριά γιατί είναι κάτι διαφορετικό από σένα, και σένα σε νοιάζει μόνο ο εαυτός σου. Όχι, γιατί ο εαυτός σου είναι όλος ο κόσμος μαζί, όλο το σύμπαν. Και ταυτόχρονα όλο το σύμπαν είσαι εσύ. Και δεν αισθανόμαστε: "το κακόμοιρο το δελφίνι τι σπουδαία πράξη έκανε", ούτε "το σπουδαίο το δελφίνι τι μεγαλειώδη πράξη έκανε". Αισθανόμαστε μόνο ένα πραγματικά ισορροπημένο πλάσμα να ανήκει πραγματικά στο σύμπαν. Αλλά και αντίστροφα το πιο μεγαλειώδες πράγμα που μπορεί να υπάρξει για ένα ον: "ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΑΝΗΚΕΙ".


Γι' αυτό δεν βλέπουμε την πράξη του σαν μια  ηρωική πράξη, ούτε σαν μια πράξη αυτοθυσίας, ούτε σαν μια πράξη βλακώδους καλοσύνης. Δεν τη βλέπουμε καν σαν "πράξη". Την αισθανόμαστε σαν στάση ζωής ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ, δηλαδή σαν στάση που ανήκει στη φύση, που είναι φυσική, γιατί απλά έτσι είναι.  Δεν είναι δυνατόν να εξηγήσουμε γιατί είναι έτσι. Ούτε να το σκεφτούμε μπορούμε. Γιατί είναι μόνο συναίσθημα και μόνο να το αισθανθούμε μπορούμε. Και το συναίσθημα αυτό αν το νοιώσουμε, νοιώθουμε αγάπη, αγάπη, αγάπη. Νοιώθουμε ζωή.

 
 
 
 
 
 
 

Η Μαρία
Ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μαρία. Πήγαινε στο σχολείο και ήταν 11 χρονών. Αγαπούσε το διάβασμα, το παιχνίδι, και πέρναγε ξένοιαστα το χρόνο της. Δεν είχε άλλα αδέλφια αν και θα το ήθελε πολύ. Οι μέρες της ήταν αρκετά γεμάτες: όπως είπα πήγαινε σχολείο, πήγαινε στο φροντιστήριο των Αγγλικών δυο φορές τη βδομάδα, ακόμα  έκανε μπαλέτο και σχεδόν κάθε Σάββατο συναντιόταν με τις φίλες της στην προσκοπική ομάδα της γειτονιάς της τα "Αστεράκια".

Γενικά  δεν της έμενε πολύ ελεύθερος χρόνος, εκτός από τις αργίες και τις διακοπές. Πως τις λάτρευε τις διακοπές. Ταυτόχρονα τις μισούσε κιόλας! Τις λάτρευε γιατί έκανε διαφορετικά πράγματα από τον άλλο χρόνο. Ειδικά της άρεσε το καλοκαίρι. Τα καλοκαίρια πήγαινε με τους γονείς της, το Δημήτρη και τη Ρένα, στο νησί της καταγωγής της, τη Μυτιλήνη. Έμεναν σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, τη Μελίντα. Εκεί έκανε παρέα με πολλά άλλα παιδιά. Όμως μισούσε κατά βάθος αυτές τις διακοπές γιατί έμενε περισσότερο χρόνο μαζί με τους γονείς της. Δεν της άρεσε να είναι πολύ ώρα με τους γονείς της γιατί συνεχώς της έλεγαν τι να κάνει, τι να προσέχει, αλλά κυρίως γιατί της γκρίνιαζαν πολύ συχνά. Γκρίνιαζαν στην ίδια, αλλά και μεταξύ τους γκρίνιαζαν και μάλωναν. Για κείνη ήταν ανυπόφορο αυτό το πράγμα. Τόσο που ήθελε να μεγαλώσει για να μπορεί να φύγει μακριά τους. Όμως το πιο άσχημο για κείνη ήταν όταν, οι γονείς της, την ειρωνευόντουσαν όποτε έκανε κάτι που δεν θεωρούσαν σωστό ή κάτι που δεν ήθελαν να κάνει.

Προχθές μάλιστα είχαν πάει στο σπίτι της γιαγιάς της. Είχαν καθίσει όλοι μαζί και έτρωγαν πίτσες. Της Μαρίας δεν της άρεσε η πράσινη πιπεριά που είχαν βάλει στην πίτσα και την αφαιρούσε με τα χέρια της. Είχε πασαλειφτεί και τα χέρια της ήταν όλο λάδια. Η μαμά της, η Ρένα, τη μάλωσε γι' αυτό. Κι όχι μόνο τη μάλωσε, αλλά της είπε με έντονο τρόπο: "αν τρώς έτσι οι άλλοι που θα σε βλέπουν θα αηδιάζουν και δεν θα σε πλησιάζει κανένας φίλος". Η Μαρία ένοιωσε πολύ άσχημα τότε έστω κι αν δεν υπήρχε κανείς φίλος εκεί! Ένοιωσε ντροπιασμένη ακόμα και μπροστά στους συγγενείς της. Να τέτοια ήταν η ζωή της γι' αυτό δεν ήθελε να είναι πολύ ώρα με τους γονείς της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της φέρονται έτσι. Έβλεπε ότι οι γονείς της την αγαπούσαν και θα 'διναν οτιδήποτε για κείνη, αλλά γιατί τότε της φέρονταν έτσι; Η Μαρία ένοιωθε αμήχανα μαζί τους κάποιες φορές. Στο σπίτι της υπήρχε ένα τέτοιο κλίμα που την έκανε να αισθάνεται εμπαιγμό, ντροπή, ταπείνωση και αμηχανία.

Σήμερα, εκείνη βρίσκεται σε μια εκδρομή με τον προσκοπικό σύλλογο τα "Αστεράκια". Λείπει δύο μέρες από το σπίτι της. Έχει κάνει καινούριες παρέες. Έχει πεθυμήσει τους γονείς της, αλλά βρίσκεται και μακριά τους, μακριά από το κλίμα της αμηχανίας που τόσο είχε συνηθίσει ώστε της φαινόταν φυσιολογικό. Τώρα έχει μείνει μόνη και κάθεται κάτω απ' τη σκιά ενός δένδρου και φχαριστιέται τη φύση. Τα υπόλοιπα παιδιά έχουν πάει για εξερεύνηση και κείνη έμεινε με τους "μεγάλους", τους υπεύθυνους της ομάδας, για να βοηθήσει στο μαγείρεμα. Είναι μια στιγμή που απ' το μυαλό της περνάνε πολλές σκέψεις: "Γιατί  οι γονείς μου με ειρωνεύονται και με πληγώνουν;". "Γιατί φέρονται έτσι σε ΜΕΝΑ;". "Γιατί ΜΟΝΟ σε μένα;". "Μα και μεταξύ τους έτσι φέρονται"…

Η Μαρία φοβήθηκε να σκεφτεί παρακάτω. Σταμάτησε να σκέφτεται. Όμως ένα συναίσθημα πανικού την κυρίεψε. Σηκώθηκε και πήγε μαζί με τους "μεγάλους" γιατί δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο...

(η μισή είναι αληθινή ιστορία)


 
 
 
 
 
 
 
Το πρώτο μου σχέδιο (με μολύβι μηχανικό):

 
 
 
 
 
 
 
 
 

Ελπίδα
Με αέρα κουναβιού 
με καφέ, γνώση και χάρη 
κάθομαι απέναντί σου 
παγιδευμένος στο κλουβί σου 

Αποφασιστικότητα και τρόμος 
χαρά και προσμονή και πόνος 
φτερά της καρδιάς 
που πετάει μακριά 

Η καρδιά έχει ελπίδα 
θέλει αθωότητα και πάθος 
σκαλί σκαλί 
ή όλα τα σκαλιά μαζί 

Βήμα - βήμα 
μπρος - πίσω 
σκαρφαλώνοντας 
με φόβο 
και με τα φτερά του έρωτα 

Υπάρχει ελπίδα;


 
 
 
 
 
 


 

Όνειρο - (σενάριο)
Ο Γιάννης, ο Γιώργος, ο Μιχάλης, και τρεις κοπέλες: η κοπελιά του Γιάννη, η κοπελιά του Γιώργου και μια άλλη. Ταξιδεύουν με πλοίο. Την προηγούμενη μέρα αρχίζουν να τους συμβαίνουν περίεργα πράγματα και συνεχίζονται εντονότερα την επόμενη. Εκεί που κάθονται νοιώθουν το έδαφος να χάνεται από τα πόδια τους, οι καρέκλες και τα αντικείμενα να πηγαινοέρχονται, αλλά το πιο φοβερό απ' όλα είναι οι μεταμορφώσεις προσώπων.
Οι μεταμορφώσεις είναι δύο ειδών: Τα πρόσωπα μετατρέπονται σε ξύλινες κούκλες, από καφέ σκούρο ξύλο, με κομμένα χέρια. Τα άτομα όμως είναι ακίνδυνα και δεν κάνουν κάτι περίεργο, αλλά φαίνονται να βρίσκονται σε ένα είδος "χειμέριας νάρκης". Η μεταμόρφωση συνβαίνει συνήθως όταν τα άτομα βρίσκονται ο ένας μακρυά από τον άλλον. Καθένας όμως που μεταμορφώνεται δεν το συνειδητοποιεί ο ίδιος.
Το δεύτερο είδος μεταμορφώσεων συνβαίνει με εναλλαγή των προσώπων. Για παράδειγμα η μια κοπελιά παίρνει τη μορφή της άλλης και παραπλανά προς στιγμή τους υπόλοιπους. Οι μεταμορφώσεις αυτές τρομάζουν και φαίνονται να μοιάζουν με "διαβολική" ενέργεια.
Κοιμούνται, για παράδειγμα, ο Γιάννης και η κοπελιά του στο κρεβάτι και μεταμορφώνονται: ο Γιάννης σαν Γιώργος και η κοπελιά του σαν η κοπελιά του Γιώργου.
Ή βλέπουν τους άλλους δύο δίπλα τους, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται κάπου αλλού σαν ξύλινες κούκλες. Η ζωντανή όμως μορφή τους βρισκεται δίπλα τους προσπαθώντας να τους "παρασύρει" κατά κάποιο τρόπο.
Προτελευταία σκηνή ένας χορός. Ο Γιώργος, η κοπελιά του και η κοπελιά του Γιάννη  παροτρύνουν τον Γιάννη να σηκωθεί να χορέψει. Ενώ χορεύει νοιώθει ασφάλεια γιατί βρίσκονται και οι τέσσερις μαζί. Ακόμα κι όταν ο Γιάννης αποσύρθηκε από το χορό, συνέχισε να νοιώθει ασφάλεια γιατί βρίσκεται δίπλα στο Μιχάλη. Όμως ξαφνικά με φόβο διαπιστώνει ότι ο Μιχάλης δεν είναι ο πραγματικός Μιχάλης γιατί αυτός χόρευε. Του λέει "δεν είσαι ο πραγματικός Μιχάλης, γιατί ο Μιχάλης να 'τος χορεύει μαζί με τους άλλους". Και τρέχει στους άλλους για να μη τον "τραβήξει" μακριά τους.
Προτιμούνε να βρίσκονται μαζί γιατί τότε συμβαίνουν λιγότερες μεταμορφώσεις. Η όλη ιστορία δεν φαίνεται να αποβαίνει σε κακό για κανέναν γιατί προσέχουν, αλλά ίσως ακόμα κι αν δεν πρόσεχαν πάλι δεν θα τους συνέβαινε κακό στην πραγματικότητα.
Τελευταία σκηνή. Πηγαίνουν να παραγγείλουν πρωινό από το κυλικείο. Ο υπάλληλος ότι κι αν είχαν παραγγείλει φτιάχνει και φέρνει σε όλους το ίδιο. Είναι κάτι σαν γλυκό σε ένα είδος μικρής πίτας όπως της πίτσας. Από όλο το αρχικό μέγεθος έκοψε και έφτιαξε 4 όμοια γλυκά. Μετά έβαλε από πάνω ένα είδος κρέμας και μετά άχνη ζάχαρη.

 
 
 
 
 
 

Η Άννα
 
Ο Θανάσης γνώρισε μια κοπέλα την  Άννα στο χωριό του το Μεγαλοχώρι. Τη γνώρισε πριν τρεις μέρες που ήρθε φιλοξενούμενη στους θείους της. Από την πρώτη στιγμή του κίνησε το ενδιαφέρον, άλλωστε πολλές είναι οι γυναίκες που του κινούσαν το ενδιαφέρον την τελευταία δεκαετία και βάλε. Εκείνος από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι η Άννα είναι ένας άνθρωπος που δεν προσέχει μόνο τον εαυτό του αλλά και τους άλλους. Όχι στον ίδιο βαθμό που και εκείνος κάνει κάτι τέτοιο, και που θα ήθελε από τους άλλους, αλλά τουλάχιστον πολύ περισσότερο από αρκετό κόσμο. Και αυτό το εκτίμησε από την πρώτη στιγμή. Ναι, και ένοιωθε ότι ήταν "καλός" άνθρωπος, έτσι όπως εκείνος καταλάβαινε τους ανθρώπους. Ήξερε λοιπόν από την πρώτη στιγμή ότι θα μπορούσε να ελπίζει σε κάτι καλό από εκείνη. 

Από την άλλη έβλεπε και μια δυσκολία. Η Άννα, πίστευε εκείνος, ότι δεν "ανοίγεται" συναισθηματικά και ότι γενικά προσπαθεί να κρύβει από τους άλλους -αλλά και από τον εαυτό της- το τι αιθανόταν. Βρισκόταν, κατά τη γνώμη του, στο στάδιο που και εκείνος βρισκόταν πριν από καιρό, στο στάδιο δηλαδή εκείνο που απέφευγε να παραδεχτεί ότι η ζωή της δεν ακολουθά το δρόμο που θα ήθελε, αλλά κυρίως ότι δεν είχε και πολλές δυνάμεις για να πραγματοποιήσει αυτά που θα ήθελε. Και εκείνος πριν από μερικά χρόνια, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι οι δυνάμεις που είχε δεν του έφταναν για να ζήσει ευτυχισμένος και απλά ζούσε στο περιβάλλον που άλλοι είχαν καθορίσει γι' αυτόν. Και ενώ είχε την εντύπωση ότι έκανε πράγματα στη ζωή του στην ουσία δεν έκανε τίποτα και απλά ζούσε σε ένα είδος αδράνειας. Σε αυτό το στάδιο, κατά τη γνώμη του, βρισκόταν τώρα και η Άννα. Και όμως έδινε την εντύπωση στους άλλους ότι τα πράγματα στη ζωή της πήγαιναν όλα τέλεια. Και τώρα που ο ίδιος διαπιστώνει αυτό το γεγονός, διαπιστώνει ότι αυτή είναι στην ουσία η αιτία όλων των δεινών που πέρασε και περνά στη ζωή του. Και κείνος τότε εμφανιζόταν στους άλλους ο "σπουδαίος" και ο "ευτυχισμένος", τόσο που οι φίλοι του δεν μπουρούσαν να διανοηθούν ότι τώρα έχει προβλήματα. Μάλλον έπεφταν από τα σύννεφα, οι φίλοι του, αλλά τώρα βλέπει ότι ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης έχει και κείνος.

Έτυχε σήμερα που βγήκαν μαζί η δική του οικογένεια και η οικογένεια της Άννας. Πήγαν σε μια ταβέρνα για φαγητό. Κάποια στιγμή ένοιωσε ότι εκείνη τον ήθελε. Δεν του άρεσε όμως ο τρόπος που συμπεριφερόταν εκείνη ώστε να καλύψει και να μην δείξει κάτι τέτοιο. Όμως του άρεσε η διαπίστωση ότι τον ήθελε.

Φοβόταν πολύ μαζί του και ένα δύο γεγονότα την έκαναν να φοβηθεί "παράλογα". Το παράλογα είναι σε εισαγωγικά γιατί η συμπεριφορά ήταν ασυνείδητα συναισθηματική και συνεπώς παράλογη γιατί το συναίσηθημα δεν είναι λογική, είναι "δίπλα" στη λογική, παρά τη λογική, επομένως... "παράλογη". Όσο για το ασυνείδητη, ήταν αυτό που έδινε στο παράλογο την σφραγγίδα. Στην ουσία τον φοβόταν πολύ, ο ίδιος δεν ήξερε τι ακριβώς φοβόταν, αλλά το έβλεπε καθαρά ότι φοβόταν. Με τον φόβο εκείνος είχε ιδιαίτερα καλές... σχέσεις και γι' αυτό ίσως καταλάβαινε πολλά.

Βρέθηκαν το βράδυ μαζί. Κουβέντιαζαν αρκετά. Κουβέντα σε ροή ανάκρισης για κείνον. Και νευρίαζε που δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο φόβος ήταν δικός της και το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πει απλά: "φοβάμαι αυτό ή φοβάμαι εκείνο" και όλο αυτό το "σκηνικό" θα είχε αλλάξει με μιας. Αλλά και κείνος δεν έκανε το ίδιο παλαιότερα; Δεν βρέθηκε να φοβάται και στην ουσία φοβόταν το ότι ήταν πολύ ερωτευμένος και μήπως αποκαλυφθεί;

Εκείνος ένοιωσε κάποια στιγμή μεγάλη έλξη για κείνη, αλλά ένοιωσε και τη δική της έλξη για κείνον. Και πραγματικά δεν είναι εύκολο να περιγραφεί πόσο πολύ του άρεσε. Την ένοιωσε κάποια στιγμή ότι ήταν έτοιμη να του ορμήξει. Ότι ήθελε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει ή να τον χαϊδέψει. Και ένοιωσε το πάθος της και του ήρθε και κείνου το ίδιο. Αλλά δεν έκανε κάποια κίνηση γιατί έβλεπε ότι σε λίγο χρόνο εκείνη θα έκανε πίσω. Αυτό το ένοιωσε πολλές φορές. Τη μια στιγμή ήταν "κοντά" του, πολύ κοντά του και την άλλη πίσω από το σύννεφο των σκέψεών της. Και αυτές οι σκέψεις ήταν που έμπαιναν τοίχος μεταξύ τους. Εκείνος δεν μπορούσε ν' αντέξει, για ακόμα μια φορά, τον τοίχο των σκέψεων να τον απομακρύνει από μια κοπέλα. Αυτή τη φορά ήταν οι σκέψεις της Άννας, παλιότερα όμως ήταν οι σκέψεις οι δικές του ή οι σκέψεις των άλλων. Και δεν το άντεχε άλλο.

Όμως προχώρησε, κάποια στιγμή ένοιωσε την ανάγκη να την χαϊδέψει, να της πιάσει το χέρι. Και το έκανε. Της χάϊδεψε το πρόσωπο, της χάίδεψε τα μαλιά όπως έπεφταν στο μέτωπο, και κείνη ένοιωσε πιο ερωτικά μαζί του. Τότε εκείνος τουλάχιστον βρέθηκε σε μεγαλύτερη αμηχανία, δεν ήθελε ούτε να απομακρυνθεί αλλά ούτε και μπορούσε να προχωρήσει. Για κάποιο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπροστά ούτε πίσω. Τελικά αφού πέρασαν ένα ή δύο λεπτά τη φίλησε στο στόμα. Και κείνη του ανταποκρίθηκε, ήταν τρυφερή μαζί του και κείνος ένοιωσε το πάθος στο φιλί της.
Αλλά κράτησε λίγο. Μετά από ένα ή δύο λεπτά τα μάτια της έγιναν λαμπερά αλλά και πονηρότερα. Εκείνος δεν ήξερε ακριβώς αλλά κατάλαβε ότι άρχισε να σκέφτεται. Δεν ήξερε όμως τι σκεφτόταν. Ένοιωσε ότι έπρεπε να του πει τι σκεφτόταν αλλά εκείνη δεν του είπε. Βρισκόταν στα γόνατά του αλλά εκείνος ένοιωθε ότι βρισκόταν πολύ μακριά του, στις δικές της σκέψεις που όμως τις κράτησε δικές της, δεν ήταν δικές τους. 

Ήταν αρκετά στενοχωρημένος, το ίδιο βράδυ κατάφερε να κοιμηθεί μόνο μετά τις 7 η ώρα το πρωί. Είχε ταχυπαλμία, ζεστενόταν, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Δεν ήθελε να είχε καταλήξει για μια ακόμα φορά μια προσπάθεια για σχέση στην ίδια ψυχρότητα που και άλλες φορές είχε γνωρίσει. Την επαύριο μάλιστα ένοιωσε σαν να ήταν χειμώνας και αυτό το συναίσθημα το είχε νοιώσει αρκετές φορές ακόμα στη ζωή του. Ένοιωθε χειμώνα αλλά ήταν καλοκαίρι, μέσα Αυγούστου περίπου.

Θυμήθηκε το τραγούδι: "κάνε καρδιά μου υπομονή ώσπου να 'ρθει η δύση, και μες το κόκκινο πανί τη λύπη σου να σβήσει".

(Η ιστορία είναι αληθινή. Τα πρόσωπα και ο τόπος είναι διαφορετικά, τόσο πολύ που ίσως κανένας από τους δυό τους να μην αναγνωρίζει τα γεγονότα..